Δημοσιευμένο από το αρχείο της Αρτέμιδος Ρέσσου
Τοῦ Μαρτιοῦ δεκάξη. Τυρινή.
Κ’ ἔξαφνα κι ἀπογεματιανή,
μὲ τὸν Ἀντωνάκη συνοδό,
τί χαρά! Καὶ μασκαράτα νὰ σὲ ἰδῶ.
*
Ἄ! μὲ κάποιαν ἀνεβλάβεια, βεβαιώσου,
στὸ χαριτωμένο πρόσωπό σου
πού, ποιητής, εὐλαβικὰ τ’ ἀγάπησα,
βάζεις χέρι, κ’ ἔγινες… Ἀράπισσα!
*
Γιὰ τὰ γέλια κι ἂν μεταμορφώθηκες,
μὰ δὲν ἤσουν γιὰ τὰ γέλια.
Στὴν ἀπόκρια τὴν τρελὴ κι ἂν παραδόθηκες,
βγῆκες Ἀραπίνα… στην ἐντέλεια.
*
Καὶ μοῦ θύμισες, καὶ δίχως νὰ τὸ θέλω,
κ’ Ἐρωτόκριτο καὶ λίγο Ὀθέλλο.